«Ο Πιανίστας» από τη Cine-Δράση

Την Τετάρτη 25 Ιανουαρίου, στις 8:15΄μμ, η κινηματογραφική Λέσχη Cine-Δράση παρουσιάζει την ταινία του Roman Polanski «Ο Πιανίστας».

«Ο Πιανίστας/The Pianist» 
Σκηνοθεσία: Roman Polanski.
Πρωταγωνιστούν: Adrien Brody, Thomas Kretschmann, Frank Finlay, Maureen Lipman, Ed Stoppard.
Πολωνία, Γαλλία, Γερμανία, Αγγλία, 2002. Διάρκεια: 148′.
Βασισμένο στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του πιανίστα Wladyslaw Szpilman «Death of a city».

Διεύθυνση: Πάρκο Μίκης Θεοδωράκης (πρώην ΤΥΠΕΤ) – Βριλήσσια
Τηλέφωνο: 6974371054, 6074039850
email: cinedrasi2011@gmail.com

«Ο Πιανίστας» είναι ένα αληθινό αριστούργημα, άψογο τεχνικά και ουσιαστικά, συγκινητικό, ρεαλιστικό με δόσεις αισιοδοξίας, αλλά κυρίως με σεβασμό στα εκατομμύρια θύματα του Ολοκαυτώματος. Ένας ύμνος στη δύναμη της μουσικής και του ανθρώπου που αντέχουν στη φρίκη του πολέμου. Ο μάστορας της 7ης τέχνης Roman Polanski, ασχολείται εδώ με την πλέον οδυνηρή περίοδο της πολωνικής ιστορίας και καταθέτει προσωπικές ανησυχίες, γνώσεις και εμπειρίες, από την σκοτεινή και τραυματική παιδική του ηλικία, όταν κατά την περίοδο της ναζιστικής κατοχής, ζούσε στο γκέτο της Βαρσοβίας. Ο Rajmund Roman Thierry Polanski, όπως είναι το πραγματικό του όνομα,  γεννήθηκε στο Παρίσι από Πολωνούς γονείς στις 18 Αυγούστου του 1933. Όταν ήταν 3 ετών η οικογένειά του μετακόμισε στην Κρακοβία. Το 1941 ο πατέρας του εξορίστηκε σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας στην Αυστρία και η μητέρα του στο Άουσβιτς από όπου δεν επέστρεψε ποτέ. Ο ίδιος μετά τον πόλεμο φιλοξενήθηκε από αρκετές Πολωνικές οικογένειες και αργότερα επανασυνδέθηκε με τον πατέρα του.

Το φιλμ είναι βασισμένο στην  ιστορία ενός από τους εκλεκτότερους βιρτουόζους πιανίστες του 20ού αιώνα, του 27χρονου, τότε, ιδιοφυή και χαρισματικού Πολωνο-εβραίου Βλάντισλαβ Στζπίλμαν, που όλη η οικογένειά εξοντώθηκε στο γκέτο και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Την 1η Σεπτεμβρίου του 1939, ο  Χίτλερ κάνει το πρώτο βήμα για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εισβάλλοντας στην Πολωνία. Ο Στζπίλμαν εργάζεται στο Κρατικό Ραδιόφωνο της Βαρσοβίας. Το κτίριο καταστρέφεται από  βομβαρδισμό της γερμανικής αεροπορίας την ώρα που εκείνος παίζει μια μελωδία του Σοπέν. Ο Βλαντισλάβ επιστρέφει σπίτι του όπου μαθαίνει ότι η  Βρετανία και η Γαλλία έχουν κηρύξει ήδη τον πόλεμο  στη Γερμανία. Πιστεύοντας ότι η αιματοχυσία θα τελειώσει σύντομα, αυτός και η οικογένειά του γιορτάζουν το γεγονός. Ωστόσο κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής που ακολουθεί την ήττα της Πολωνίας οι συνθήκες διαβίωσης των Εβραίων σταδιακά χειροτερεύουν και τα δικαιώματά τους περιορίζονται. Κάθε οικογένεια επιτρέπεται να έχει ένα ελάχιστο χρηματικό ποσό, όλοι πρέπει να φοράνε το διακριτικό περιβραχιόνιο με το Αστέρι του Δαβίδ. Το 1940, συγκεντρώνονται στο Εβραϊκό Γκέτο όπου οι στερήσεις, οι κακουχίες, η πείνα, η καταδίωξη, οι κάθε λογής εξευτελισμοί από τους ναζί και ο συνεχής φόβος των βασανιστηρίων και του θανάτου ταλαιπωρούν όλη την Εβραϊκή κοινότητα.  

Μετά τις 20 Ιανουαρίου του 1942, όταν οι χιτλερικοί κατέληξαν στην «Τελική λύση» του εβραϊκού ζητήματος, την εξόντωση δηλαδή όλων των εβραϊκών πληθυσμών που κατοικούσαν στις κατεχόμενες ευρωπαϊκές χώρες, οι Εβραίοι της Πολωνίας μεταφέρονται μαζικά στις εγκαταστάσεις του στρατοπέδου εξολόθρευσης της Τρεμπλίνκα. Ο Βλαντισλάβ, την τελευταία στιγμή, δεν επιβιβάζεται στην μοιραία αμαξοστοιχία χάρη σε ένα οικογενειακό φίλο,  αστυνομικό στο Γκέτο. Μακριά πλέον από την οικογένειά του, μεταφέρεται από κρυψώνα σε κρυψώνα στα ερείπια της βομβαρδισμένης πόλης και όποτε μπορεί εργάζεται ως εργάτης-σκλάβος στις γερμανικές μονάδες κατασκευής.  Οι προπολεμικές γνωριμίες του με άτομα από μια ομάδα αντιστασιακών, η βοήθεια όσων μη-Εβραίων γνωστών του τον θυμούνται ακόμα και κυρίως η παρέμβαση ενός μουσικόφιλου γερμανού αξιωματικού, θα τον βοηθήσουν να επιβιώσει. Όλο το διάστημα μέχρι τη λήξη του πολέμου ο  Στζπίλμαν αγωνίζεται με απίστευτο πόνο να επιβιώσει, χωρίς καμία διάθεση παθητικότητας  ή μοιρολατρίας. Παράλληλα   καταγράφει στη μνήμη του σκηνές από την κτηνώδη ανθρωποφαγία που συντελέστηκε στο όνομα μιας ανύπαρκτης ανώτερης φυλής τις οποίες αργότερα καταγράφει στο βιβλίο του  «Death of a city».

Το φιλμ, αγαπήθηκε πολύ από το κοινό. Η απήχησή του οφείλεται  στο γεγονός ότι είναι από κάθε άποψη ένα αριστούργημα αλλά και τρεις σε επιπρόσθετους, επιμέρους λόγους. Ο πρώτος είναι  η στενή σύνδεση του έργου με τη μουσική και πιο συγκεκριμένα με την κλασική μουσική του Σοπέν.

Ο δεύτερος  είναι ότι σε αντίθεση με άλλες ταινίες του είδους (ακόμα και  της πιο γνωστής σε όλους της «Λίστας του Σίντλερ» του Στήβεν Σπίλμπεργκ) που εμφανίζουν τους Εβραίους να δέχονται αδιαμαρτύρητα τη μοίρα τους, εδώ παρουσιάζεται και η άλλη  πλευρά, αυτή  των Εβραίων που πίστεψαν   πως αν πρόκειται να πεθάνουν, αυτό πρέπει να γίνει με αξιοπρέπεια και το κεφάλι ψηλά. Και η τρίτη είναι ότι η ταινία μεταφέρει ένα κλίμα ελπίδας, μια αίσθηση αισιοδοξίας: ακόμα και μέσα στην κτηνωδία και το ζόφο και όσο υπάρχουν άνθρωποι ,δίπλα στην   βαρβαρότητα θα επιβιώνουν ο ηρωισμός, η ανθρωπιά και αλληλεγγύη. Και κάποτε θα είναι οι νικητές. Αυτή η διαφορά στην προσέγγιση διατυπώνεται στην απάντηση του ίδιου του σκηνοθέτη σε ερώτηση  πως τολμάει και δείχνει άθλιους Εβραίους στο γκέτο της Κρακοβίας:   «Μα είναι ιστορική αλήθεια. Η ταινία μου δεν είναι χολιγουντιανό παραμύθι. Υπήρξαν καλοί και κακοί Εβραίοι, όπως υπάρχουν καλοί και κακοί Γερμανοί, Γάλλοι, Πολωνοί. Υπάρχουν παντού και θα υπάρχουν πάντα. Είναι εντελώς ανθρώπινο».

Ο σκηνοθέτης καταφέρνει να δώσει το μέγεθος της καταστροφής της πόλης   με τρόπο μαγευτικό. Παρουσιάζει  ρεαλιστικά  τις φρικαλεότητες που έζησαν και τις αγωνιώδεις προσπάθειες που έκαναν εκατομμύρια άνθρωποι, Εβραίοι και μη, για να επιβιώσουν κερδίζοντας το ενδιαφέρον, τη συγκίνηση και το θαυμασμό θεατή σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Το σενάριο είναι απόλυτα ισορροπημένο, κρατά καθηλωμένο το θεατή χωρίς να τον κουράσει ούτε για μια στιγμή. Η αγωνία κυριαρχεί,  η δραματική ένταση κάνει τα συναισθήματα να εναλλάσσονται διαρκώς από την αγωνία, την θλίψη, τον φόβο και  τον αποτροπιασμό στη χαρά   τις στιγμές που ο ήρωας ξεφεύγει από βέβαιο θάνατο και τελικά στην ψυχική ηρεμία και την ανακούφιση στην αίσια κατάληξη του έργου, την νίκη του πρωταγωνιστή και την αποκατάσταση της ηθικής τάξης με την ολοκληρωτική συντριβή των ναζιστικών στρατευμάτων. Ο ηθοποιός Adrien Brody, στον οποίο ο σκηνοθέτης κατέληξε αφού προηγουμένως είχε κάνει δοκιμαστικά και είχε απορρίψει 1400  συναδέλφους του,  δίνει μια από τις καλύτερες ερμηνείες που έχουμε παρακολουθήσει σε ταινία, αποδίδοντας καταλυτικά το ρόλο του και το ίδιο συμβαίνει με όλους τους ηθοποιούς στους πρωταγωνιστικούς ή δευτερεύοντες ρόλους.  Το φιλμ δέχτηκε διθυραμβικές κριτικές, κερδίζοντας 52 βραβεία από 71 συνολικά υποψηφιότητες, μεταξύ των οποίων ο Χρυσός Φοίνικας στις Κάννες (2002) και  τρία Όσκαρ: Καλύτερου Ηθοποιού (Brody) Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου  (Howard) και Σκηνοθεσίας (Polanski).

Σε μια περίοδο που οι εθνικιστικές και ρατσιστικός απόψεις  εμφανίζονται ιδιαίτερα  ενισχυμένες  στο δημόσιο λόγο, η προβολή τέτοιων έργων είναι μια μικρή, ελάχιστη ίσως, συμβολή στην αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας και  κυρίως στην αντιμετώπιση μισαλλόδοξων απόψεων. Εξάλλου ο κινηματογράφος, εκτός των άλλων, συχνά γίνεται ο φορέας της συλλογικής μνήμης και αφύπνισης ώστε να μην επιτρέψουμε να υπάρχουν πάλι τέτοια βάρβαρα φαινόμενα στην ανθρώπινη ιστορία. Γιατί, τελικά, το «Ολοκαύτωμα», η  μεγαλύτερη γενοκτονία της παγκόσμιας ιστορίας συνέβη στην πραγματικότητα.